- διχομηνία
- διχομηνία, η (AM) (Μ και διχομήνη)1. το μέσο τού μήνα2. η πανσέληνος.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
διχομηνία — διχομηνίᾱ , διχομηνία full moon fem nom/voc/acc dual διχομηνίᾱ , διχομηνία full moon fem nom/voc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διχομηνίᾳ — διχομηνίαι , διχομηνία full moon fem nom/voc pl διχομηνίᾱͅ , διχομηνία full moon fem dat sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διχομηνίας — διχομηνίᾱς , διχομηνία full moon fem acc pl διχομηνίᾱς , διχομηνία full moon fem gen sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διχομηνίαι — διχομηνία full moon fem nom/voc pl διχομηνίᾱͅ , διχομηνία full moon fem dat sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διχομηνίαν — διχομηνίᾱν , διχομηνία full moon fem acc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διχομηνίαις — διχομηνία full moon fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διχομηνίην — διχομηνία full moon fem acc sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
διχομηνίης — διχομηνία full moon fem gen sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ՄԻՋՆԱԼՈՒՍԻՆ — ( ) NBH 2 0279 Chronological Sequence: Early classical գ. διχομηνία plenilunium. Լուսին լրացեալ. միջին ժամանակ միոյ շրջանի լուսնի. *Իբրեւ զմիջնալուսին լցայ. Սիր. ՟Լ՟Թ. 16 … հայերեն բառարան (Armenian dictionary)